24 Ιανουαρίου, 2011

Άνθρωπος, ζώον εκστατικόν - Οι μορφές και οι τεχνικές της έκστασης

Άνθρωπος, ζώον εκστατικόν
Επιμέλεια - Συντονισμός αφιερώματος:
υποψήφιος διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου,
διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού "Θρησκειολογία - Ιερά/Βέβηλα"


Στον κόσμο που ζούμε υπάρχουν δύο καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, δύο καταστάσεις διαφορετικές, ασύμβατες, ετερόκλητες. Από τη μια, βλέπουμε τους ανθρώπους - τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων - να συμπεριφέρονται με το συνήθη, αναμενόμενο, κομφορμιστικό, επίπεδο τρόπο της καθημερινότητας. Από την άλλη, μένουμε έκπληκτοι μπροστά στους ανθρώπους - τη συντριπτική μειοψηφία των ανθρώπων - που δεν συμπεριφέρονται όπως οι πολλοί τριγύρω τους, δεν γίνονται κατανοητοί, προκαλούν, εντυπωσιάζουν, εμπνέουν ή ακόμα και φοβίζουν.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι δύο αυτές καταστάσεις δεν αντιστοιχούν σε σαφώς οριοθετημένες και κλειστές μεταξύ τους ομάδες ανθρώπων, μια και ο καθένας μας μπορεί ν' ανήκει πότε στη μία και πότε στην άλλη, να είναι άλλοτε "κανονικός" και άλλοτε "εντελώς άλλος". Η πρώτη κατάσταση της ύπαρξης αποτελεί το συμβατικό τύπο συμπεριφοράς, ενώ η δεύτερη τον εκστατικό τύπο έκφρασης.

Εκστατικότητα - συμβατικότητα: η ανθρωπολογία του Ιερού και του Βέβηλου

Η κοινωνία, ο πολιτισμός και γενικότερα η ανθρώπινη ιστορία χαρακτηρίζονται από μια εσωτερική διαπλοκή, μια βαθιά και ουσιαστική διαλεκτική ανάμεσα σε δύο κυρίαρχα μεγέθη: το Ιερό και το Βέβηλο. Το συγκεκριμένο, όμως, δίπολο δεν περιορίζεται - όπως συνήθως λέγεται - στο χώρο των θρησκειών, αλλά επεκτείνεται σε ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Η κίνηση της Ιστορίας (ή των επιμέρους Ιστοριών) προσδιορίζεται πάντα από το αίτημα του νέου, του άλλου, του υπερβατικού, του ορίζοντα που ονομάζεται Ιερό. Από την άλλη, βέβαια, κάθε φορά που αυτό το νέο, το άλλο, το υπερβατικό υλοποιείται μέσα από την ανθρώπινη θεσμικότητα, τότε το Ιερό παύει αίφνης να είναι ο φοβερός και τρομερός ορίζοντας και μεταπίπτει σε μια κατάσταση γνωστή, οικεία, καθηλωτική, σ' αυτό που συνιστά την ανίερη επικράτεια του Βέβηλου.

Πώς όμως προκύπτει το ριζικά νέο, δηλαδή το Ιερό; Ή αλλιώς, πώς αναδύεται μέσα από το αδιαφοροποίητο Βέβηλο η ιεροφανειακή ιδιαιτερότητα; Πολλοί θα πουν πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται και άρα δεν τίθεται στην πραγματικότητα το ζήτημα του ριζικά νέου. Αυτοί, όμως, είτε δεν είναι στην πραγματικότητα δημιουργικοί άνθρωποι είτε απλώς δεν αναστοχάζονται την πραγματική ανθρώπινη δημιουργικότητα. Κάποιοι άλλοι θα ισχυριστούν πως, η απόλυτη ιδιαιτερότητα κάνει την εμφάνισή της όποτε το καλούν οι περιστάσεις, όποτε δηλαδή το απαιτούν οι οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές ή πολιτισμικές συνθήκες. Μ' άλλα λόγια, το όποιο νέο αποτελεί - με τον ένα ή τον άλλο τρόπο - μετατροπή του παλαιού και άρα η δημιουργικότητα είναι στην πραγματικότητα μια παραλλαγή της παραγωγικότητας. Πέρα όμως από την ακύρωση της Ιστορίας και την κοινωνική της ανακύκλωση, υπάρχει και η χρονική της ανοιχτότητα. Σύμφωνα με την τελευταία, η Ιστορία (ή, καλύτερα, οι Ιστορίες) δεν είναι ούτε κύκλος ούτε ευθεία γραμμή (επίπεδη, ανιούσα ή κατιούσα). Αντιθέτως, είναι μια ανώμαλη ακολουθία από ασυνέχειες, ασυνέχειες που φαντάζουν εντελώς αναίτιες, αλλά όχι εξ ολοκλήρου ενερμήνευτες.

Το αληθινό ιστορικό υποκείμενο, εκείνος που βγαίνει από το "τίποτα" του καθημερινού, του συμβατικού ή του ιδεολογικού, εκείνος που ανοίγει εντελώς απρόσμενους δρόμους και "γράφει Ιστορία", είναι πάντοτε ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που αφενός μεν δεν ικανοποιείται από τον πολιτισμό μέσα στον οποίο ζει και αναπνέει, και αφετέρου αναζητεί εναγώνια την τόσο αναγκαία διέξοδο από τον κλοιό που αισθάνεται να σφίγγει γύρω του. Πρόκειται για ένα άτομο που μοιάζει με τη μύγα μες στο γάλα, καθώς κινείται σε μια συχνότητα που αφήνει αδιάφορους τους πάντες, ή ακόμα και τους εκνευρίζει. Εν τούτοις, αυτό το άτομο / υποκείμενο / πρόσωπο είναι ο αληθινός άνθρωπος· όχι γιατί είναι ανώτερος ή καλύτερος εκ φύσεως, ούτε γιατί κοινωνικά ανήκει στους πολλά υποσχόμενους. Είναι ο αληθινός άνθρωπος, διότι απλούστατα τυχαίνει να είναι διαφορετικός. Και είναι διαφορετικός, διότι απλούστατα τυχαίνει να κινείται στα όρια αυτού του κόσμου, να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές, να συλλαμβάνει αυτά που δεν λέγονται αλλά υπονοούνται, να χάνεται στις ενοράσεις του, να προεκτείνει τις δυνάμεις του μέσα από τεχνικές παράδοξες, να διαλέγει το δύσκολο δρόμο, να είναι ακραίος, να είναι "εκτός τόπου και χρόνου", με μία λέξη, εκστατικός.

Τι είναι η έκσταση; Ένα ερώτημα με όχι αυτονόητες απαντήσεις

Αλλά τι σημαίνει, επί της ουσίας, ότι ένας άνθρωπος είναι εκστατικός; Τι είναι, εν τέλει, η έκσταση αυτή καθ' εαυτή; Κατ' αρχάς, στο σημείο αυτό υπάρχουν οι εύκολες κι αυτονόητες απαντήσεις: έκσταση είναι το αποκορύφωμα της θρησκευτικής εμπειρίας· έκσταση είναι η έξοδος από το σώμα· έκσταση είναι η καταβύθιση στο ασυνείδητο· έκσταση είναι η διαφυγή από τα όρια του καθημερινού· έκσταση είναι η στιγμή της απόλυτης ευτυχίας. Αυτές οι απαντήσεις - χωρίς να είναι εσφαλμένες, εννοείται - απηχούν τις προκατανοήσεις των υποστηρικτών τους. Θα τις ακούσει, δηλαδή, κανείς από τα χείλη των θρησκευόμενων, των εναλλακτικών, των ψυχαναλυτών και των εκκοσμικευμένων διαφωτιστών, αντίστοιχα. Το γεγονός, όμως, ότι οι εν λόγω απαντήσεις δεν είναι εσφαλμένες, δεν σημαίνει αυτόχρημα ότι είναι κι επαρκείς. Αν η έκσταση είναι αποκλειστικά θρησκευτική υπόθεση, τότε προς τι οι κατ' επανάληψη θρησκευτικές διώξεις κατά των μυστικών; Αν η έκσταση δεν είναι παρά η εγκατάλειψη του σώματος, τότε ο άνθρωπος δεν μπορεί να τη ζήσει παρά μόνο λειψός. Αν η έκσταση ερμηνεύεται ικανοποιητικά μέσω του ασυνειδήτου, τότε ή θα πρέπει να κάνουμε ψυχανάλυση ή θα πρέπει να περιμένουμε τα γλυκά μας όνειρα. Αν η έκσταση είναι απλώς η διαφοροποίηση έναντι του καθημερινού, τότε κάθε παραδοξότητα μας είναι αρκετή. Τέλος, αν η έκσταση είναι η επίτευξη της ευτυχίας, ίσως να χρειαστεί να περιμένουμε μια ζωή.

Η απάντηση, βέβαια, στο ερώτημα που θέσαμε δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δοθεί ερήμην των όποιων προκατανοήσεων· μπορεί όμως να δοθεί επί τη βάσει προκατανοήσεων που αντιλαμβάνονται σφαιρικότερα και αντιπροσωπευτικότερα την ανθρώπινη συνθήκη. Η τελευταία είναι κατά βάση, πέρα και πάνω απ' όλα, ιστορική. Τι σημαίνει, όμως, αυτό το "ιστορική"; Πρώτον, ότι δεν είναι φυσική· δεύτερον, ότι δεν είναι στατική· τρίτον, ότι δεν είναι πλήρης· τέταρτον, ότι δεν είναι "κάτι". Το ότι ο άνθρωπος δεν είναι ένα φυσικό ον δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν έχει ρίζες στη φύση που τον περιβάλλει· ούτε ότι μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που του θέτουν αυτές οι ρίζες. Σημαίνει πολύ απλά ότι υπερβαίνει τη φύση (στο βαθμό που μετέχει σ' αυτήν), μεταμορφώνοντάς τη σε κάτι διαφορετικό, σε Ιστορία. Ο άνθρωπος, δηλαδή, είναι ιστορικός, επειδή πραγματώνει - υποστασιάζει, όπως θα έλεγαν οι φιλόσοφοι - τη φύση του με τρόπο μεταποιητικό. Κατά συνέπεια, η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι στατική· όχι υπό την έννοια της εξέλιξης των ειδών, που υποστηρίζουν οι εξελικτικοί, διότι στην περίπτωση αυτή δεν θα διέφερε σε τίποτα από τα άλλα έμβια (και άβια, γιατί όχι) όντα. Δεν είναι στατική, υπό την έννοια ότι δεν υποτάσσεται, αλλά συνειδητοποιεί, ακολουθεί και αξιοποιεί τους φυσικούς νόμους. Αυτό το τελευταίο, δηλαδή η αξιοποίηση των φυσικών νόμων, επιτρέπει στον άνθρωπο να στέκει οιονεί απέναντι στη φύση και όχι μέσα της· του επιτρέπει να την αμφισβητεί (όχι να την αρνείται) και να αλλάζει ο ίδιος τη φύση του εαυτού του.

Γιατί, όμως, να αλλάζει ο ίδιος τη φύση του εάν αυτή δεν χρειάζεται ή δεν επιδέχεται αλλαγή; Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος αλλάζει μέσα στην ιστορική πορεία της φυσικής του μεταποίησης, επειδή είναι ένα ον της έλλειψης. Η πολύ προφανής αλήθεια, ότι ο άνθρωπος δεν είναι τέλειος, συμπυκνώνει όλη τη δυναμική της ανθρώπινης ελλειμματικότητας: χωρίς την καταστατική της έλλειψη, δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη στην ιδιαιτερότητά της. Και το σημαντικότερο, εν προκειμένω, είναι ότι ο άνθρωπος έχει αυτοσυνειδησία της ατέλειάς του ή, αν θέλετε, είναι η εκάστοτε αυτοσυνειδησία της ατέλειάς του - και η εκάστοτε επιδίωξη της τελειότητάς του.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, σε ποιο συμπέρασμα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς όσον αφορά το τι είναι η ανθρώπινη ύπαρξη; Η ελλειπτικότητα και η μεταβλητότητα της φύσης του ανθρώπου δεν αναιρεί, τελικά, κάθε δυνατότητα προσδιορισμού του τελευταίου; Αυτό ακριβώς συμβαίνει! Ο άνθρωπος δεν είναι "κάτι" όπως όλα τα άλλα "κάτι", είναι ένα ζητούμενο. Δεν είναι αλλά γίνεται. Αποτελεί μια δυνατότητα που συνεχώς πραγματώνεται... και συνεχώς παραμένει ανοιχτή. Σ' αυτό το πλαίσιο, άλλωστε, έχει και νόημα η ελευθερία: αν ο άνθρωπος έχει απλώς κάποια δικαιώματα - ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κ.ο.κ. - τότε δεν είναι ελεύθερος. Ο άνθρωπος συνιστά απόλυτη ελευθερία - για να θυμηθούμε και λίγο τον Μπερντιάεφ - και γι' αυτό ακριβώς διεκδικεί συγκεκριμένες ελευθερίες. Κι ως απόλυτα ελεύθερος αναζητεί πάντα τον τελικό του προσδιορισμό... που μοιάζει, πάντα πάλι, απροσδιόριστος!

Μια ερμηνευτική υπόθεση: προς μια θεμελίωση της έκστασης

Προς τι όμως όλα αυτά; Προς τι η ιστορικότητα του ανθρώπου, έτσι όπως μόλις την περιγράψαμε; Γιατί ο άνθρωπος να είναι έτσι και όχι αλλιώς; Είναι δύσκολο - αν όχι αδύνατο - να αποφανθούμε για την αιτία (ή το λόγο) της ανθρώπινης φύσης. Κι αυτό, πρωτίστως, διότι η μελέτη του ανθρώπου δεν μοιάζει με το "ένα κι ένα κάνουν δύο"· πρόκειται για κάτι πολύ πιο σύνθετο και ως εκ τούτου πολύ πιο επισφαλές. Από την άλλη, το να ρωτάμε γιατί ο άνθρωπος είναι έτσι όπως είναι μοιάζει - τουλάχιστον στα όρια του κριτικού λόγου - με φαύλο κύκλο: το "πώς" του ανθρώπου ανήκει στα όρια του περιγραφικού λόγου, συνιστά δηλαδή ένα δεδομένο, όπως για παράδειγμα ότι η Γη γυρίζει. Ο περιγραφικός, όμως, λόγος δεν είναι κάτι σαν φωτοτυπία· αντιθέτως, εμπεριέχει εξαιρετική ερμηνευτική σημασία. Για να το πούμε κάπως διαφορετικά: το ότι δεν μπορούμε να αιτιολογήσουμε κατά τρόπο μη αναγώγιμο το "πώς" της ανθρώπινης ύπαρξης, δεν σημαίνει ότι αυτό το "πώς" δεν προϋποθέτει ή δεν συνεπάγεται κάποιες -διαφορετικές, βέβαια, για τον καθένα - θεμελιακές παραδοχές, κάποια θεμελιώδη νοήματα. Το ότι είμαι έτσι όπως είμαι με αναγκάζει να προβώ σε μια ερμηνεία, σε μια κατανόηση του πώς πρέπει να ζω, του πώς πρέπει ν' αντιμετωπίζω τη φύση-μου-που-γίνεται-Ιστορία.

Γι' άλλη μια φορά το οντολογικό πρόβλημα ανάγεται στο αξιολογικό· το ον μεταφράζεται σε δέον. Δικαιούμαστε, λοιπόν, να παρουσιάσουμε τη δική μας ερμηνεία. Με δεδομένη την ιστορικότητα της ανθρώπινης φύσης, την εξέλιξή της, τις μεταπλάσεις της, τις τομές και τις ασυνέχειές της, τη δυναμική και την προς τα κάπου (προς τα πού, άραγε;) κίνησή της, δικαιούμαστε ν' αναρωτηθούμε ποια είναι η αναγκαία συνθήκη για να υποστηρίζουμε τα όσα υποστηρίζουμε. Αν έτσι είναι ο άνθρωπος, τι ενδέχεται να μας λέει αυτό για το νόημα της ζωής μας. Εχουμε ανάγκη, δηλαδή, από ένα αίτημα, από ένα postulatum, που θα συνέχει και θα συντηρεί την εικόνα που έχουμε για την ιστορικότητά μας. Αυτό το αίτημα, λοιπόν, είναι η συνεχής υπέρβαση χάριν της επίτευξης ενός άπιαστου επί του παρόντος (ίσως και για πάντα, αλλά αυτό το βάζουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας) στόχου. Ο στόχος μπορεί να δεχτεί πολλά ονόματα, άπειρα αν θέλετε, αλλά από τη στιγμή που "είναι" αυτό που δεν έχουμε ακόμα, αυτό που δεν ξέρουμε και δεν κατέχουμε, από τη στιγμή δηλαδή που είναι "όλως άλλος", ταιριάζει να του δώσουμε εν προκειμένω το προσφυές όνομα "Ιερό".

Στην πραγματικότητα, όμως, στην πραγματικότητα της απτής ιστορικής εμπειρίας, δεν υφίσταται το Ιερό, είναι ανύπαρκτο, μια μαύρη τρύπα που μας τραβάει (μας γοητεύει) μέσα της. Αυτό που όντως υπάρχει είναι οι εκάστοτε σχετικές και υποτιθέμενες πραγματώσεις του, οι λεγόμενες ιεροφάνειες· ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, η συνεχής αλληλοδιαδοχή και υπέρβαση των ιεροφανειών. Κατά συνέπεια, η όψη του αιτήματός μας που αποτελεί αντικείμενο της ίδιας μας της ζωής είναι επιθυμία μας να θέτουμε και να αρνούμαστε και να ξαναθέτουμε τις ιεροφάνειες που επιλέγουμε. Το μόνο που διαθέτουμε στο κυνήγι του Ιερού είναι η ανάγκη / επιθυμία / ικανότητά μας προς έκσταση. Η έκσταση, λοιπόν - για ν' απαντήσουμε και στο ερώτημα που θέσαμε ανωτέρω- είναι η ειδοποιός μας διαφορά έναντι των άλλων όντων· είναι η συνεχής αυθυπέρβαση της φύσης μας, που μας επιτρέπει κάθε φορά να λέμε (όταν, βέβαια, το λέμε) "γι' αυτό αξίζει να τα δώσω όλα". Οταν μπορείς "να τα δώσεις όλα", τότε δεν είσαι πια ο ίδιος, αλλά κάτι καλύτερο - στην προσωπική, κοινωνική, ή ιστορική σου πορεία.

Παραδείγματα - τύποι έκστασης: από τους μεγάλους μύστες στους απλούς αναζητητές

Οσο διαφοροποιημένοι είναι οι τύποι της ανθρώπινης προσωπικότητας, άλλο τόσο διαφοροποιημένοι είναι και οι τύποι της έκστασης. Οι εκστατικοί άνθρωποι δεν είναι όλοι το ίδιο. Διαφέρουν από εποχή σε εποχή, από πολιτισμό σε πολιτισμό, από θρησκεία σε θρησκεία. Ολοι τους, όμως, συγκλίνουν σ' ένα βασικό χαρακτηριστικό: είναι "τρελοί", γιατί απλούστατα "τα δίνουν όλα". Προς επίτευξη της αυθυπέρβασής τους δεν υπολογίζουν τίποτα και κανέναν· αν πρέπει ν' αποκτήσουν το "όλως άλλο" Ιερό, δηλαδή αν πρέπει ν' αρνηθούν εντελώς κοινά πράγματα, δεν διστάζουν να το κάνουν. Είναι η μόνη τους διέξοδος. Κάπως έτσι γεννήθηκαν όλοι οι μεγάλοι μύστες, θρησκευτικοί, πνευματικοί, καλλιτεχνικοί κ.ά. Ο Ζωροάστρης αποδέχεται την οργή του ιερατικού κατεστημένου της Περσίας, ο Μωυσής μπαίνει στον κόπο να γελοιοποιηθεί μπροστά στον Φαραώ, ο Βούδας δεν νοιάζεται καθόλου για τη βασιλική του κληρονομιά, ο Ιησούς ανεβαίνει πάνω στον σταυρό. Ή ο Εμπεδοκλής αψηφά το φόβο και παίζει τον ισορροπιστή στην κορυφή της Αίτνας, ο Σωκράτης τριγυρίζει την Αθήνα μιλώντας για κάποιο δαιμόνιο που τον στέλνει τελικά στον τάφο, ο Πλάτωνας φτάνει να πουληθεί ως δούλος, ο Αυγουστίνος αποκηρύσσει μετά βδελυγμίας το παρελθόν του. Ή, αν θέλετε κι άλλα παραδείγματα, τι να πει κανείς για τον Blake, τον Μότσαρτ, τον Μποντλέρ, τον Νταλί, το δικό μας τον Σολωμό!

Πέρα, όμως, από τις μεγάλες προσωπικότητες που κάνουν τομές στις επιμέρους Ιστορίες του πλανήτη, υπάρχουν και εκείνοι που ακολουθούν το παράδειγμά τους, οι άξιοι μιμητές τους. Εν προκειμένω, θα σταθούμε στο πιο ενδεικτικό παράδειγμα που είναι το φαινόμενο του μυστικισμού. Το φαινόμενο αυτό ταυτίζεται συνήθως με τη μυστική (θρησκευτική) εμπειρία. Πρόκειται, όμως, για ένα λάθος που οφείλεται στη σύγχυση μεταξύ αναζήτησης του Ιερού και θρησκευτικής διαχείρισης του "Ιερού". Ο μυστικισμός, δηλαδή, είναι η προσπάθεια διάσωσης / επανάληψης της αρχικής μυστικής εμπειρίας μέσω της τελετουργικής / τυποποιημένης μίμησής της. Οι μυστικιστές - ασκητές, σούφι, μοναχοί κ.ο.κ. - προσπαθούν με διάφορες τεχνικές να υποβοηθήσουν την προδιάθεσή τους και να βιώσουν εμπειρίες ανάλογες με εκείνες κάποιου χαρισματικού μύστη. Με τον τρόπο αυτό ευελπιστούν ότι θα μετάσχουν στην αλήθεια που κόμισε η αρχική μυστική εμπειρία και θα μπορέσουν να επιτύχουν την επιθυμητή υπέρβαση / έκσταση. Ο μυστικισμός, λοιπόν, είναι μια δευτερογενής μορφή έκστασης, στο βαθμό που προσδιορίζεται από αυτό που έζησε / εξέφρασε / έπραξε ο θεωρούμενος ως χαρισματικός μύστης. Ως τέτοια απαιτεί πολύ περισσότερο κόπο - αν και όχι την ίδια αγωνιώδη υπαρξιακή ένταση - και υπολείπεται σαφώς σε πρωτοτυπία. Υπηρετεί μάλλον τη λογική της ιστορικής συνέχειας / παράδοσης, παρά την ιστορική τομή / καινοτομία που φέρνει μαζί του ο πρωτογενής μύστης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως το φυτώριο μέσα από το οποίο θα ξεπηδήσει μια άρνηση των δεδομένων ιεροφανειών και άρα μια καινούργια, πιο λειτουργική ιστορικά μυστική εμπειρία.

Τέλος, η έκσταση είναι προνόμιο όλων μας· το απαιτεί, άλλωστε, η ιστορικότητα της φύσης μας. Στο βαθμό, όμως, που συνειδητοποιούμε την εκστατική μας φύση, είμαστε σε θέση να κάνουμε τις μικρές ή μεγάλες μας επαναστάσεις· είμαστε σε θέση να αμφισβητούμε την καθημερινότητα, τις συμβάσεις, τα "μη" και τα "πρέπει", τα δεδομένα και τ' αυτονόητα, και να ανοίγουμε νέες σελίδες στη ζωή μας. Αυτό προϋποθέτει ένα ήθος αναζήτησης, ένα ανικανοποίητο, που θα μας κρατά ζωντανούς. Για τον άνθρωπο της (μετα)νεωτερικότητας, που δεν σκύβει πια το κεφάλι μπροστά στο κύρος της όποιας αυθεντίας, η αναζήτηση της αλήθειας ηχεί πια ως ένα αυτονόητο και κεκτημένο δικαίωμα. Ετσι είναι· μόνο που το δικαίωμα αυτό έχει το δικό του τίμημα, που δεν είναι άλλο από την προσωπική διακύβευση, το τίμημα της ανασφάλειας, το ρίσκο της επιλογής. Χωρίς αυτά, κανείς δεν μπορεί να τα χάσει όλα, για να βρει τα πάντα· και πάλι από την αρχή, για να βρει περισσότερα. Χωρίς αυτά, η έκσταση δεν είναι παρά μια κούφια λέξη, ένας ψυχολογικός αυνανισμός της ανωριμότητάς μας.

Οι τεχνικές της έκστασης: οδηγίες προς πολλούς και ολίγους

Η Ιστορία ως εκζήτηση του Ιερού, ως ασταμάτητη πραγμάτωση και άρνηση ιεροφανειών, ως πεδίο εκστατικής αυθυπέρβασης του ανθρωπίνου, μας έχει κληροδοτήσει ένα αμέτρητο, κυριολεκτικά, πλήθος από τρόπους επίτευξης αυτής της (άλλοτε αληθινής και άλλοτε υποτιθέμενης) αυθυπέρβασης. Πρόκειται για τις λεγόμενες τεχνικές της έκστασης, μεταξύ των οποίων κάθε ηλικία, κάθε πνευματική προδιάθεση, κάθε ψυχοσύνθεση, κάθε φύλο και κοινωνική τάξη, κάθε ενδιαφερόμενος, κοντολογίς, μπορεί να βρει αυτό που του ταιριάζει καλύτερα. Εν τούτοις, το πιο χαρακτηριστικό στις τεχνικές της έκστασης δεν είναι η ποικιλομορφία τους, αλλά ο ψυχοσωματικός τους χαρακτήρας. Όλες τους - άλλες περισσότερο κι άλλες λιγότερο - εδράζονται στην πεποίθηση και την εμπειρία της ενότητας του ανθρώπινου όντος· στην αντίληψη ότι σώμα και ψυχή αλληλοπεριχωρούν κι επομένως οποιαδήποτε επίδραση πάνω στο ένα επηρεάζει αυτόματα και το άλλο. Υπ' αυτήν την έννοια, οι τεχνικές της έκστασης είναι ταυτόχρονα τεχνικές του σώματος και του πνεύματος. Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσουμε πως πρόκειται για τεχνικές και όχι για τεχνολογία, με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν λειτουργούν ως αυτοματισμοί, ως μια τεχνικής φύσεως πανάκεια που μπορεί να σε φτάσει, θέλεις - δεν θέλεις, στον έβδομο ουρανό. Αυτό που πραγματικά κάνουν είναι να αξιοποιούν ορισμένες δυνατότητες της φύσης, έτσι ώστε να υποβοηθηθεί κάποιος στην άρνηση κατ' αρχάς και στην υπέρβαση εν συνεχεία της δεδομένης του συνθήκης. Άρα η σημασία και η αξία τους, όσο κι αν είναι δοκιμασμένες, παραμένουν σχετικές.

Οι εν λόγω τεχνικές θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε διάφορα υποσύνολα. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, επί παραδείγματι, για τεχνικές του πόνου, για τεχνικές της αυτοσυγκέντρωσης, για τεχνικές της κίνησης, για τεχνικές του έρωτα, καθώς και για τεχνικές της τροποποίησης. Κάθε μία από αυτές τις ομάδες θα περιλάμβανε, με τη σειρά της, μια πλειάδα από επιμέρους τεχνικές, αρκετά διαφοροποιημένες μεταξύ τους ως προς τα επιμέρους στοιχεία. Ας αρχίσουμε, όμως, από τις τεχνικές του πόνου. Ο πόνος, όπως πολλοί έχουν υποστηρίξει, ενδέχεται να έχει λυτρωτικά αποτελέσματα: βάζει τον άνθρωπο μπροστά σ' ένα όριο· και στο βαθμό που αντέχει κανείς τον πόνο ξεπερνά και το όριο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος. Αυτό ήδη από μόνο του συνιστά μια μορφή μετάβασης, μια έκσταση. Ο πόνος μπορεί, βέβαια, να είναι αιφνίδιος, αλλά στην περίπτωση των τεχνικών που εξετάζουμε είναι ηθελημένος, ελεγχόμενος και επαναληπτικός. Με αυτά τα τρία στοιχεία επιτυγχάνεται τρόπον τινά μια εξοικείωση που επιτρέπει το πέρασμα από τον ένα πόνο στον άλλο. Στις εν λόγω τεχνικές περιλαμβάνονται όλες οι γνωστές "τελετές διάβασης" (rites de passage), οι οποίες είναι χαρακτηριστικές της μετάβασης από τον κόσμο του παιδιού στον κόσμο του ενήλικα. Οι εντομές στο σώμα, η περιτομή, τα χτυπήματα, όλα αυτά είναι αναγκαίοι πόνοι που πρέπει κανείς να εσωτερικεύσει και να υπερβεί, έτσι ώστε να μεταποιηθεί ψυχοσωματικά (για παράδειγμα, ταύτιση με το τοτέμ της ομάδας). Πέρα, όμως, από αυτά, το φάσμα των τεχνικών του πόνου περιλαμβάνει κάθε μορφή κόπωσης, στέρησης και αυτοβασανισμού: τη νηστεία (ως μερική ή ολική στέρηση τροφής), την αγρυπνία (ως μερική ή ολική στέρηση ύπνου), τη χαυμενία, τις εξαντλητικές γονυκλισίες, την απομόνωση (ως στέρηση της φυσικής παρουσίας του άλλου ή του φωτός), τη σιωπή (ως στέρηση της γλωσσικής έκφρασης), τις μαστιγώσεις, την υποβολή του ατόμου σε ακραίες καταστάσεις ψύχους. Όπως θα φανεί και από τη συνέχεια, όλες οι τεχνικές της έκστασης μπορούν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ν' αναχθούν σε τεχνικές του πόνου, από τη στιγμή που όλες συνιστούν μια έξοδο από τη συνήθη, οικεία κι ως εκ τούτου άνετη καθημερινή εμπειρία,/span>. Υπ' αυτήν την έννοια, ο πόνος είναι θεμελιακά εγγεγραμμένος στο μυστικό, ιεροφανειακό βίωμα.

Οι τεχνικές της αυτοσυγκέντρωσης, αν και από τους πιο δύσκολους τρόπους έκστασης, αποτελούν την πλέον δημοφιλή κατηγορία. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην ιδιαίτερη αποτελεσματικότητά τους, μια και συνίστανται στην αλλοίωση της πνευματικής διεργασίας: αντί η νόηση να λειτουργεί με το γνωστό διαλεκτικό της τρόπο, επιχειρεί μέσω της επικέντρωσης σε μία λέξη ή σε μία φράση να πετύχει την υπέρβαση της διάκρισης ανάμεσα σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Η επικέντρωση, που συνεπάγεται εσωστρέφεια, ενδοσκόπηση, επανάληψη και αποκλειστικότητα, ταυτίζει τρόπον τινά το υποκείμενο με το αντικείμενο της επικέντρωσής του. Τις περισσότερες φορές, αυτό παίρνει τη μορφή της ταύτισης / ένωσης με το Θείο, εφόσον οι λέξεις ή φράσεις που επιλέγονται ως "τόποι διαβίωσης" του νου είναι είτε ονόματα του Θεού είτε όροι που δηλώνουν ιδιότητές του. Σ' αυτήν την κατηγορία εντάσσονται η γνωστή "νοερά προσευχή" (το "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με"), το σουφικό "ντικρ" (ως θεωρία των ιδιοτήτων του Αλλάχ), τα ινδουιστικά "μάντρας" (με πρωτοκορυφαίο τον συμπαντικό ήχο "ΟΜ"), ο βουδιστικός διαλογισμός, το εβραϊκό "ντεβεκούτ" (γνωστό από την Καμπαλά και το χασιδισμό), το "ταουίλ" των σηιτών μουσουλμάνων κ.ο.κ. Οι τεχνικές της αυτοσυγκέντρωσης ενδέχεται να είναι ακόμα πιο σύνθετες - όχι όμως και πιο εύκολες - στην περίπτωση που το αντικείμενο του εστιασμού είναι μια πολύπλοκη εικόνα (αισθητή ή νοητή). Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των "μαντάλας" του βουδισμού, όπου ο μοναχός κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: στην παραμικρή λεπτομέρεια ενός πραγματικού λαβύρινθου και στην όλη εποπτεία του σχεδίου που έχει στο μυαλό του.

Οι τεχνικές της κίνησης αναφέρονται κυρίως στο χορό και στις στάσεις του σώματος. Ο χορός υπήρξε ανέκαθεν βασικό κομμάτι κάθε μυθικο-τελετουργικής μίμησης. Ως δίοδος έκφρασης ποικίλων κάθε φορά συναισθημάτων, επέτρεπε με τον παρατεταμένο και έντονο ρυθμό του τη συναρπαγή από αυτά τα συναισθήματα. Πολύ περισσότερο, όταν συνδυαζόταν με τη μουσική, δημιουργούσε το αναγκαίο περιβάλλον απόσπασης από τη συνήθη αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Οι στροβιλισμοί των δερβίσηδων, το λίκνισμα διαφόρων ριζοσπαστικών προτεσταντικών ομάδων, ο κυκλοτερής χορός και το τύμπανο του σαμάνου, η περιστροφή των μουσουλμάνων γύρω από την Κάαμπα, είναι μερικές μόνο περιπτώσεις αυτού του πλουσιότατου σε εκδηλώσεις φαινομένου. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι στάσεις του σώματος (γνωστές, κυρίως, από το γιόγκα), οι οποίες αποτελούν στην ουσία "παγωμένες" στιγμές κίνησης. Αυτές, σε συνδυασμό με ειδικές ασκήσεις ελέγχου της αναπνοής, μεγιστοποιούν μέσα στη φαινομενική τους ακινησία την ένταση του υποκειμένου και το "απορροφούν" στον συμβολισμό που κάθε στάση αντιπροσωπεύει. Πολλές, μάλιστα, από τις εν λόγω στάσεις είναι εξαιρετικά δύσκολες, γεγονός που μας παραπέμπει στο στοιχείο του πόνου και της αυτοσυγκέντρωσης. Είναι, δηλαδή, σαν να έχουμε ένα σύμπλεγμα πόνου, αυτοσυγκέντρωσης και κίνησης, που ως τέτοιο μεγιστοποιεί τις πιθανότητες της εκστατικής εμπειρίας.

Οι τεχνικές του έρωτα είναι αρκετά ιδιότυπες. Κατ' αρχάς, η έκσταση - σταθερά και σε όλες τις πολιτισμικές παραδόσεις - έχει συσχετιστεί είτε πρακτικά είτε συμβολικά με τον έρωτα σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που "έκσταση" και "έρωτας" να λειτουργούν ως συνώνυμα. Άλλωστε, το στοιχείο του οργασμού στον έρωτα αποτελεί από μόνο του μια εξαιρετική εμπειρία, αφενός μεν πληρότητας και αφετέρου ρήξης με το περιβάλλον, γεγονός που σημαίνει ότι διαθέτει τα αναγκαία εκείνα γνωρίσματα που επιτρέπουν τη διασύνδεσή του με την έκσταση. Αρκεί κανείς να θυμηθεί την εκστατική φύση του έρωτα στο πλαίσιο της πλατωνικής φιλοσοφίας, το θείο έρωτα της χριστιανικής ή ισλαμικής μυστικιστικής παράδοσης, το "Κάμα Σούτρα" των Ινδών και τον ταντρισμό (ιδίως της αριστερής χειρός), τον ιδιότυπο συμβολισμό του γιν-γιαν στον ταοϊσμό κ.ο.κ., για να πειστεί ότι η ερωτική συνθήκη αξιοποιήθηκε ως ένα από τα βασικά μοτίβα της έκστασης.

Τέλος, οι τεχνικές της τροποποίησης έχουν να κάνουν με τη χρήση ουσιών που τροποποιούν την αντίληψη και συνείδηση του υποκειμένου. Η χρήση τέτοιων ουσιών δεν ήταν ποτέ αυτονομημένη, αλλά εντασσόταν οργανικά σε κάποια από τις παραπάνω τεχνικές. Υπ' αυτήν την έννοια, οι τροποποιητικές ουσίες επενεργούσαν υποβοηθητικά στο πλαίσιο της άσκησης ή της προετοιμασίας που συνεπάγονταν ο πόνος, η αυτοσυγκέντρωση, η κίνηση και ο έρωτας. Μόνο στη σύγχρονη εποχή οι εν λόγω ουσίες (ψυχότροπες ή ψυχοδηλωτικές) αξιοποιήθηκαν καθ' εαυτές, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα, κυρίως όσον αφορά την ποιότητα της αλλαγής που επέφερε η εκάστοτε εκστατική εμπειρία. Βλέπετε, η αυθεντική έκσταση δεν είναι ένα γρήγορο κι εύκολο "τριπάκι", αλλά απαιτεί πολυετή κόπο και σταδιακή εξοικείωση με τις άγνωστες πλευρές της πραγματικότητας.

Τι νόημα έχει σήμερα ο λόγος περί έκστασης;

Ο καιρός του μυστικισμού έχει περάσει· το ίδιο, απ' ό,τι φαίνεται, και η εποχή των εναλλακτικών πειραματισμών (δια)φυγής από το κατεστημένο ή τα υπαρξιακά προβλήματα. Στην περίπτωση αυτή, όμως, τι νόημα έχει να μιλάμε ακόμα για έκσταση; Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διακρίνουμε αυστηρά ανάμεσα στην έκσταση ως θεμελιακή δομή της ιστορικότητας του ανθρώπου και στις κατά καιρούς αναπτυχθείσες τεχνικές της έκστασης. Αυτά τα δύο μπορεί να είναι πολύ κοντά, αλλά μπορεί ν' απέχουν και παρασάγγες, ιδίως όταν οι εποχές αλλάζουν τόσο που δεν θυμίζουν σχεδόν σε τίποτα εκείνες που γέννησαν - για τους δικούς τους λόγους - τις όποιες τεχνικές.

Στην εποχή μας - ιδιαίτερα σ' αυτήν - αυτό που χρειάζεται είναι μια βαθιά συνειδητοποίηση της εκστατικής ιδιαιτερότητας του ανθρώπινου όντος και μια εμβίωση της έκστασης στο επίπεδο της συνθλίβουσας (παγκοσμιοποιημένης ή μη) ιστορικής εμπειρίας. Ο "σύγχρονος άνθρωπος" έχει ν' αντιμετωπίσει μια σωρεία από επιτακτικά και ριζικά προβλήματα... προβλήματα που δεν περιμένουν. Θα σταθεί, λοιπόν, στο ύψος των περιστάσεων, μόνο εάν αισθανθεί την τραγικότητα του χρέους του και συλλάβει μέσα στην ασφυκτική του αγωνία τις δημιουργικές εκείνες διεξόδους που θα του επιτρέψουν να ζήσει μέσα σ' ένα περιβάλλον που σήμερα τον απειλεί. Το μεγάλο στοίχημα είναι πώς θα στρέψουμε τον ρου της Ιστορίας, έτσι ώστε η έκστασή μας να μην επιχειρεί την ακύρωση, αλλά την προέκταση των φυσικών μας ορίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερες Αναρτήσεις Επόμενη σελίδα