28 Μαρτίου, 2011

Περί του Θεού Διόνυσου

Θεός Διόνυσος
Σχόλιο συγγραφέα: Προτού αρχίσω την ανάλυση του συμβολισμού του θεού Διονύσου, να πω ότι οι απόψεις μου προέρχονται κυρίως από την Ορφικοπυθαγόρια Παράδοση και άρα η ερμηνεία του θεού γίνεται κάτω από το πρίσμα των Ορφικοπυθαγόριων, αλλά και των Πλατωνικών/Νεοπλατωνικών.

Ο Διόνυσος είναι υιός του θεού Διός και της Νύμφης Σεμέλης, θυγατέρα του Κάδμου, ο οποίος έκτισε τις εφτά πύλες της Θήβας. Ο Ζευς συμβολίζει το πρωταρχικό Κοσμικό Πυρ, το οποίο ενώνει, ζευγνύει και συγκροτεί τα πάντα, δίνοντας μορφή στον Κόσμο. Η Σεμέλη (που ήδη κυοφορεί το θεό Διόνυσο) συμβολίζει το ψυχικό ανθρώπινο πλάσμα, ερωτεύεται το Ζευ και του ζητάει να εμφανισθεί εμπρός της όπως εμφανίζεται ενώπιων της συζύγου του Ήρας. Και έτσι γίνεται. Αλλά η Σεμέλη δε δύναται να αντέξει τη λάμψη του Κοσμικού Πυρός και κατακαίγεται από αυτό. Ο θεός Ζευς σώζει το Διόνυσος ως έμβρυο και τον τοποθετεί στο μηρό του. Πλέον ο Διόνυσος φέρει μέσα του το θεϊκό στοιχείο του Ζηνός.

Η λέξη "Διόνυσος" αποτελεί και αναγραμματισμό του "Διός Νους". Αυτός ο Νους είναι το μέσον το οποίο θα βοηθήσει στην πραγμάτωση της θέωσης, δηλαδή το να φτάσει ο άνθρωπος (η ψυχή του ανθρώπου) στο ίδιο επίπεδο συνειδητότητας με τους θεούς, το να γίνει δηλαδή και ο ίδιος ο άνθρωπος (ο φορέας της ψυχής) θεός. Η δε ανθρώπινη υπόσταση από την πλευρά της μητέρας του, μας δείχνει ότι το γήινο σώμα είναι αρρήκτως δεμένο και έχει στενή επαφή με το θεϊκό στοιχείο. Είναι ο φύλακας της ψυχής (όπως για παράδειγμα η μητέρα είναι ο φύλακας του εμβρύου όταν το κυοφορεί), που θα την βοηθήσει να θεωθεί όταν έλθει η ώρα της. Όσο πιο υγιές και εύρωστο είναι ένα σώμα τόσο πιο εύκολο είναι να φτάσει στη θέωση ο άνθρωπος, διότι τόσο πιο εύκολο είναι να λειτουργήσει ο Λόγος. Ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε συνεχή κάματο ή πόνο, δεν μπορεί να σκεφτεί πώς να εξελίξει το νου του, παρά πως να βρει τρόπους να απαλλαγεί από το άλγος. Χρειάζεται δηλαδή την Επικούρια ηδονή, να μην πονούμε και να μη μας ταράζει τίποτα, το "μακαρίως ζην" (Επίκουρος - Επιστολή προς Μενοικέα). Γι' αυτό και ο Διόνυσος επονομάζεται και "Ζαγρεύς", δηλαδή κυνηγός που "κυνηγάει" τις ψυχές και τις οδηγεί προς την έξοδο από το σώμα ώστε να φτάσουνε στη θέωση, καθιστάμενος Λυτήριος ή Λυσεύς (αλλά και Ελευθερεύς).

Ο παραπάνω βεβαίως είναι και ο λόγος που ο Διόνυσος δε βρίσκεται στο κλασσικό Ολύμπιο Δωδεκάθεο. Δεν είναι ολύμπιος θεός διότι η "φύση" του είναι διττή, θεϊκή και ανθρώπινη, ενώ οι ολύμπιοι θεοί έχουνε μόνο θεϊκή φύση. Βεβαίως όταν λέω εδώ ότι έχει διττή φύση, δεν εγκολπώνομαι δυϊστικές απόψεις καθώς και οι θεοί και οι άνθρωποι είναι ίδιας ουσίας αλλά διαφορετικού επιπέδου. Ο Διόνυσος είναι χθόνιος θεός που ρυθμίζει και καθοδηγεί τη φυσική εξέλιξη της ψυχής έως ότου αυτή τελειωθεί και εισέλθει στον Όλυμπο (το ανώτατο συνειδησιακό επίπεδο).

Ο θεός Διόνυσος μοιραζότανε και το Δελφικό έτος με το θεό Απόλλων. Ο Πλούταρχος στο "Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς" (388 e) αναφέρει διαρρήδην ότι τα δελφικά πράγματα αφορούνε όχι μόνο το θεό Απόλλωνα αλλά και το θεό Διόνυσο. Εννέα μήνες του έτους οι Δελφοί ήτανε αφιερωμένοι στον Απόλλωνα, τους υπόλοιπους τρεις (το Χειμώνα, ήτοι όταν ο Απόλλων έφευγε στην Υπερβορέα) ο Διόνυσος ήτανε ο αποκλειστικός κύριος του Μαντείου.

Ο Χειμώνας συμβολίζει την παραμονή της ψυχής στη γη (όταν δηλαδή γίνονται οι διεργασίες για τη θέωση), η Άνοιξη και το Φως την επίδραση του θεού Απόλλωνος πάνω στην ψυχή. Επίσης ο Χειμώνας, λόγω του ότι είναι μια δύσκολη εποχή, συμβολίζει και τις αντιξοότητες του βίου. Όπως ο βίος του ανθρώπου δυσκολεύει κατά τη διάρκεια του Χειμώνα έτσι και ο Διόνυσος δρα καθώς η ψυχή περνάει "αντιξοότητες" (διαδοχικές ενσαρκώσεις) μέχρι να φτάσει στην τελείωση.

Οι παραπάνω είναι και οι λόγοι που ο κισσός είναι το ιερό φυτό του θεού Διόνυσου. Ανθίζει το Φθινόπωρο και δε χρειάζεται το ηλιακό φως για να ωριμάσει. Η ωρίμανση γίνεται το Χειμώνα και στη σκιά, όπως και ο άνθρωπος εξελίσσεται και τελειοποιήται στη σκιά, δηλαδή στον ετερόφωτο χοϊκό χώρο, τη γη (Παν. Μαρίνης, "Η ελληνική θρησκεία", σελ. 649) (ο Όλυμπος είναι ο αυτόφωτος χώρος).

Ο κισσός χρειάζεται και υγρασία για να αναπτυχθεί και εδώ βλέπουμε και έναν συμβολισμό που είναι διάχυτος στην ελληνική Γραμματεία, τη Συνεχή Ουσία ή Ύδωρ. Ο Πορφύριος αναφέρει ("Περί του άντρου των Νυμφών", 5) ότι το ρέον ύδωρ, η υγρασία των σπηλαίων, συμβολίζει την αμορφοποίητη ύλη, λόγω της ρευστότητάς του. Ο Πλούταρχος ("Περί Ίσιδος και Οσίριδος", 365Α) αναφέρει ότι οι Έλληνες δε θεωρούνε τον Διόνυσο μόνο κύριο του οίνου «"αλλά και πάσης υγράς φύσεως". Έτσι και η ψυχή, στην αρχή είναι ακόμα "υγρή", "ρευστή", αμορφοποίητη και όταν αρχίζει και ενεργεί ο θεός Διόνυσος η ψυχή αρχίζει και εξελίσσεται.

Ο μύθος λέει ακόμα ότι, όταν ο Διόνυσος ήταν μικρό παιδί τον διαμέλισαν και τον κατασπάραξαν οι Τιτάνες ενώ έπαιζε με τα παιγνίδια του (για την ακρίβεια ενώ κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη), έναν καθρέπτη, ζάρια, χρυσά μήλα, κουκουνάρι και ένα κουβάρι μαλλί. Το μόνο που παραμένει άθικτο είναι η καρδιά του, την οποία την παίρνει η θεά Αθηνά (η θεά της Σοφίας, η θεά που θα αναλάβει την ψυχή αφού αυτή τελειωθεί και έχει αποκτήσει σοφία, δηλαδή εμπειρία και βαθειά γνώση των πραγμάτων) και την τοποθετεί μέσα σε ένα αργυρό κουτί.

Η καρδιά εδώ συμβολίζει την ίδια την ψυχή, που απομένει αφού εξέλθει εκ του σώματος. Αργότερα στο μύθο με τη βοήθεια του θεού Διός, ο θεός Διόνυσος επαναποκτάει τα ακρωτηριασμένα μέλη του και ανασταίνεται, δηλαδή η Ψυχή "ανασταίνεται" με το να εισέλθει σε άλλο σώμα για να συνεχίσει τον κύκλο των διαδοχικών μετενσαρκώσεων έως ότου τελειωθεί. Το δε αργυρό κυτίο συμβολίζει την προστασία και την καθοδήγηση της θεάς Αθηνάς αφού η ψυχή τελειωθεί.

Οι Τιτάνες συμβολίζουνε τα ανθρώπινα ορμέμφυτα, τις έμφυτες δηλαδή ορμές που δεν αφήνουνε την ψυχή να τελειωθεί με γοργούς ρυθμούς. Κατά τη διάρκεια όμως της ανθρώπινης εξέλιξης και μέσα από αυτά τα ορμέμφυτα, γεννιέται το ορμέμφυτο της Διάνοιας (θεός Δίας) που θα υποτάξει τα υπόλοιπα. Από τον Δία προέρχεται και ο θεός Διόνυσος, που οι Τιτάνες δεν μπορούνε να τον καταστρέψουνε πλήρως, τα ζωώδη ένστικτα δηλαδή δεν μπορούνε να νικήσουνε το Νου, το Λόγο (δηλαδή το θεό Δία και κατ' επέκταση δεν μπορούνε να καταστρέψουνε ούτε το Διόνυσο, την ψυχή). Πλέον με τη βοήθεια του Τιτάνα Δίος και του θεού Διονύσου ο άνθρωπος έχει εξελιχθεί από άνθρωπο-ζώο σε άνθρωπο-θεό.

Ο Πλωτίνος στις "Εννεάδες" (4, 12) εξηγεί και το συμβολισμό του καθρέπτη στον οποίο κοιτούσε ο Διόνυσος πρωτού διαμελιστεί. Λέει ότι, οι ψυχές των ανθρώπων βλέποντας τα είδωλά τους στον καθρέπτη του Διονύσου, κατέβηκαν κάτω στη γη χωρίς όμως να αποκοπούνε από το Όντως Ον. Ο καθρέπτης εδώ συμβολίζει δύο πράγματα α) τη σύνδεση της ψυχής με τους θεούς και β) τη στιγμή που η ψυχή εμφανίζεται στον άνθρωπο.

Με το α) εννοείται ότι όπως το είδωλο φαίνεται στον καθρέπτη χωρίς όμως να είναι αποκομένο (δύο όψεις του ίδιου προσώπου), έτσι και η ψυχή υπάρχει στον άνθρωπο χωρίς να έχει αποσυνδεθεί από την πρωταρχική πηγή, και όχι μόνο αυτό, αλλά η ψυχή έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά και ουσία με το θεούς παρ' όλο που έχει ενσαρκωθεί σε ανθρώπινο σώμα. Η μόνη διαφορά της είναι ότι βρίσκεται σε χαμηλότερο (συνειδησιακό) επίπεδο από αυτό των θεών.

Το β) είναι πιο εύκολο να κατανοηθεί. Όπως το είδωλο ενός ανθρώπου εμφανίζεται στον καθρέπτη όταν αυτός κοιτάζει στον καθρέπτη, έτσι και η ψυχή "εμφανίζεται" (ενσαρκώνεται) στον άνθρωπο, και συγκεκριμένως στο έμβρυο όταν αρχίζει να χτυπάει η καρδιά του.

Μία άλλη ενδιαφέρουσα ερμηνεία μας δίνει ο Δαμάσκιος λέγοντας:

[...] όταν ο θεός Διόνυσος προέβαλε την αντανάκλαση του εαυτού του στον καθρέπτη, την ακολούθησε κι έτσι διεσκορπίσθη παντού στο Σύμπαν. Ο θεός Απόλλων τον περιεμάζεψε και τον επανέφερε πίσω στον ουρανό, διότι αυτός είναι ο εξαγνιστής θεός και σωτήρας του Διονύσου και γι' αυτόν τον λόγο εορτάζεται ως ο "Διόνυσος Χορηγός" (Διονυσοδότης). Κι όπως η Κόρη, έτσι και η Ψυχή κατεβαίνει για να ενσαρκωθεί και, όπως ακριβώς ο Προμηθεύς και οι Τιτάνες, προσδένεται κι αυτή στο ανθρώπινο σώμα, απελευθερώνεται δε μόνο αφού αποκτήσει τη δύναμη του Ηρακλέους και περιμαζεύσει τον εαυτό της με τη βοήθεια του θεού Απόλλωνος και της θεάς Αθηνάς... δηλαδή μέσω των πραγματικώς εξαγνιστικών φιλοσοφιών ("Δελφοί, η φωνή από το ιερό κέντρο", εκδόσεις Ανοιχτή Πόλη, Μάιος 2001, σελ. 16)

Συντροφιά του θεού Διόνυσου είναι οι Σάτυροι και οι Μαινάδες, οι οποίοι είναι εξελιγμένες ψυχές που βοηθούνε τον Διόνυσο στο έργο του αλλά και υποβοηθούνται από αυτόν στην πορεία της πνευματικής τους ανέλιξης και αθανατοποίησης.

Οι Σάτυροι, αν ερμηνευτούνε σε θεϊκό επίπεδο (γιατί άλλος είναι ο συμβολισμός σε ανθρώπινο και άλλος σε θεϊκό επίπεδο), συμβολίζουνε τη μετάβαση της ψυχής από άνθρωπο σε θεό. Ο Παναγιώτης Μαρίνης ("Η ελληνική θρησκεία", εκδόσεις Νέα Θέσις, Αθήνα 2005, σελίδα 644) αναφέρει σχετικώς με τους Σάτυρους:

Οι Σάτυροι παρουσιάζονται κατά τρόπον εναργώς περιγράφοντα το τελούμενον έργον της αθανατοποιήσεως. Ας προσέξουμε ότι πάντοτε, εις τη μυθολογικήν εικονογραφία πρέπει να θεωρούμε ότι εικονίζεται ένα επίπεδο κατώτερο από αυτό το οποίον εννοεί. Ένα ον, το οποίον είναι κατά το ήμισυ άνθρωπος και κατά το ήμισυ ζώον, ως οι Κένταυροι και οι Σάτυροι, είναι εις την πραγματικότητα, εξ ημισείας άνθρωπος και θεός. Εις τους Σάτυρους, από την ανθρώπινη φύσι (η οποία εικονίζεται ως ζώον) ανελίσσεται η θεία (η οποία εικονίζεται ως άνθρωπος). Το ζωώδες τμήμα εικονίζει πάντοτε ζώον ταχύπουν (σάτυροι με σώμα αιγός ή ιπποσάτυροι) δια να γίνει αντιληπτόν ότι η υπό τελείωσιν ψυχή δύναται να κινείται ταχύτατα και σχετικώς ελεύθερα εκτός του σώματος και ακόμα έχουνε μεγάλα ώτα, "ζωώδη", διότι τα ζώα έχουνε οξύτατη ακοή, δια να καταδειχτεί ότι ο άνθρωπος, γενόμενος θείον ον, αποκτά ιδιότητες υπερ-αισθητικής προσλήψεως παραστάσεων, "έκτη αίσθηση". Έχουν, επίσης, και δύο κέρατα, δια να δείξουν ότι θα συνεχίσουν την πορεία των εισχορώντως εις ανώτερα, ακόμη, πεδία. Είναι δε ιθυφαλλικοί, διότι, ως έχομεν εξηγήσει, όλη αυτή η μεταμόρφωσις είναι λειτουργία γεννητική, η οποία καθίσταται δυνατή δια της μεταλλαγής και χρήσεως, προς συνένωσιν των ψυχικών κέντρων, της ενεργείας του γεννητικού ψυχικού κέντρου. Οι Σάτυροι, επομένως, είναι η εικόνα των τέλειων μυστών, οι οποίοι φθάνουν να γίνουν θεία όντα, τρέχουν δια να δείξουν ότι ο μύστης τελειούται μέσα από την κίνησι, τη δράση, τα έργα (αποκλείεται η ακινησία, η "θεωρία", το "ερημητήριον") και επιπροσθέτως ότι η ώριμη ψυχή αποκτά την ιδιότητα της ταχείας αυτονόμου κινήσεως εκτός του σώματος. Πεδίον δε της δράσεως των είναι οι υψηλότερες κορυφές των ορέων, οι οποίες συμβολίζουν πάντοτε τις ανώτερες πνευματικες σφαίρες του ανθρώπου, είναι, δηλαδή, τέλειοι φιλόσοφοι.

Και συνεχίζει ο Παναγιώτης Μαρίνης, λέγοντας για τις Μαινάδες ότι:

[...] υπάρχουνε βεβαίως και οι Μαινάδες, οι οποίες γαλουχούν άρρενα πάντοτε βρέφη, ζώων ή ανθρώπων, ενίοτε όμως τα ξεσχίζουν ("ωμοφαγία"). Οι Μαινάδες είναι η τροφική φύσις του θεού αλλά και οι θείες εκείνες οντότητες που υποβοηθούν το έργον Του - οι "τελεστικοί" θεοί των Χαλδαϊκών Λογίων. Άρρεν βρέφος δε, ο ψυχικός οργανισμός, τον οποίον ο θεός διατρέφει, αλλά και ενίοτε απορρίπτει, όταν υπάρχει εξελικτική παλινδρόμησις, αλλά και ξεσχίζει και καταβροχθίζει το σώμα, δια να αναδειχθεί η τελειωθείσα ψυχική μονάδα ("βρεφοκτόνος").

Βιβλιογραφία

  • Walter Fiedrich Otto, "Dionysus: Myth and Cult"
  • Ντ. Φίντλερ, "Δελφοί, η φωνή από το ιερό κέντρο"
  • Παν. Μαρίνη, "Η ελληνική θρησκεία"
  • Πλωτίνος, "Εννεάδες"
  • Πλούταρχος, "Περί του ΕΙ του εν Δελφοίς"
  • Επίκουρος, "Επιστολή προς Μενοικέαν"
  • Πλούταρχος, "Περί Ίσιδος και Οσίριδος"
  • Πορφύριος, "Περί του άντρου των Νυμφών"

Πλανήτης Γη


Τα Διονυσιακά Μυστήρια τον χειμώνα στους Δελφούς

Αρχέτυπα: Η ρευστή διαπερατότητα της φύσης τους δεν επιτρέπει ξεκάθαρους διαχωρισμούς και ακριβείς σχηματισμούς, παρά μόνο μια προσεγγιστική περιγραφή. Δεν είναι η μορφοποίηση που δίνει το ζωντανό νόημά τους, αλλά η συνολική τους παρουσίαση. Το ν’ αποπειραθεί κανείς να τα εντοπίσει με ακρίβεια, του στερεί τη διαύγεια του νοηματικού περιεχομένου του πυρήνα τους. Έτσι, όταν το αρχέτυπο σχηματοποιείται στην ύλη, παύει να είναι αυτό που ήταν. Διατηρείται στους αιώνες και χρειάζεται πάντα νέες ερμηνείες. Τα αρχέτυπα είναι τα αιώνια συστατικά του υπερσυνείδητου, αλλά διαρκώς μεταμορφώνονται στον κόσμο των φαινομένων.

Το πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται η ανωτέρω άποψη του C. Jung, γίνεται προφανές μέσα από μια προσπάθεια του αναζητητή, να καταδυθεί στον λαβύρινθο της βιβλιογραφίας, της πληθωρικής, σχετικά με μια απ’ τις μορφές του παιδιού-αρχέτυπου, του Διονύσου. Δεν είναι κάτι που μπορεί ν’ αγγίξει κανείς με την τετράγωνη λογική. Κάθε τέτοια απόπειρα θα έχει την φυγόκεντρη τάση να τον εξωθήσει στην περιφέρεια, χάνοντας έτσι την ουσία.

Θεός Διόνυσος
Ο ίδιος ο Διόνυσος, το "αρχέτυπο είδωλο άφθαρτης ζωής", είναι από τη φύση του εχθρός της λογικής σκέψης. Κηρύττει την περιφρόνηση στο λογικό, την υπακοή στους παλμούς της καρδιάς, το παραλήρημα του εγκεφάλου. Μόνο η ψυχολογική διαίσθηση και η δημιουργική φαντασία είναι ικανές να μας φέρουν σ’ επαφή με τις ίδιες τις πηγές της ζωής και του θανάτου, με τη διονυσιακή λατρεία και τα φαινόμενα της μετάλλαξης και της αναγέννησης που τη συνοδεύουν. Είναι η καρδιά του Διόνυσου του Ζαγρέα που πρέπει ν’ αναζητήσει ο νεόφυτος και να δονηθεί στον παλμό της, αυτή θα τον αναγεννήσει κι όχι τα κομμάτια του διαμελισμένου απ’ τους Τιτάνες σώματός του, τα θαμμένα απ’ τον Απόλλωνα παρά τον τρίποδά του, εκεί, στα άδυτα του ναού του μαντείου των Δελφών.

Εδώ συναντήθηκαν οι δύο αδελφοί, οι δύο θεοί, που στην ουσία ήταν ένας κι έδωσαν τα χέρια υπό έναν φοίνικα και ξαναενώθηκαν, ο ξανθόμαλλος Δωριεύς Απόλλων και ο εξ Ανατολής Διόνυσος των Θρακών, της Λυδίας, της Φρυγίας ή ακόμη ο ίδιος ο Όσιρις των Αιγυπτίων. Καταλύτης αυτής της αντίδρασης ο μύστης Ορφέας ο Θράκας, που καταδύθηκε στα άδυτα των αιγυπτιακών μυστηρίων, αναζητώντας τη χαμένη Ευρυδίκη-ψυχή του που πλανιόταν στα τάρταρα. Μια τάξη ιερέων-πολεμιστών, η θρακική φρουρά, θα είναι εφεξής οι φύλακες της υψηλής διδασκαλίας. Έτσι οι Δελφοί, μέσα από το μαντείο τους και το αμφικτιονικό συνέδριο, που θα ενοποιήσει τους Έλληνες, θα γίνουν ο ομφαλός του κόσμου, ο ήλιος που θα σκορπίζει το φως του με τα Μυστήρια, τις γιορτές, τους ολυμπιακούς αγώνες.

Εδώ, Απόλλων και Διόνυσος, συγχωνεύοντας μέσα τους τις προγενέστερες χθόνιες-σεληνιακές-θηλυκές θεότητες και λατρείες και απορροφώντας τις, συγκρούονται για την κυριαρχία και κατοχή του μαγικού τρίποδα και τελικά συμφιλιώνονται, μοιραζόμενοι μεταξύ τους τα βασίλεια του κόσμου. Ο Απόλλων κρατεί το ανατολικό αέτωμα του ναού με τις Μούσες του, ο δε Διόνυσος με τις Θυιάδες το δυτικό.

Έτσι ο Διόνυσος, ο ήλιος των μυστών, ο εσωτερικός αόρατος ήλιος, γίνεται η εσωτερική ουσία των πραγμάτων, η εσωτερική αλήθεια, ο κάτοχος και φύλακας των μυστηρίων της ζωής και του θανάτου, το θείο πνεύμα σ’ εξέλιξη μέσα στο σύμπαν και βασιλεύει στο μυστηριώδες υπερπέραν. Είναι η κοσμική ψυχή μέρος της οποίας αποτελεί η ανθρώπινη, που τείνει να ενωθεί μαζί της και να επιστρέψει σ’ αυτήν μετά την ένωση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Ο Απόλλων είναι η εκδήλωσή του στον γήινο άνθρωπο, αυτός που βασιλεύει στους ζωντανούς, η εφαρμογή της αλήθειας και της τάξης σ’ αυτούς, η επιστήμη δια της θεότητας, η ομορφιά δια της τέχνης, η αρμονία ψυχής και σώματος διαμέσου του εξαγνισμού.

Ο Απόλλων χάνει την ιδιότητά του ως κυνηγού μετά τον φόνο του Πύθωνα και τον οκταετή εξαγνισμό που τον ακολούθησε, καθαρίζεται, ημερώνει, γίνεται ο εκπολιτιστής, αφήνοντας έτσι χώρο στον Διόνυσο τον Ζαγρέα (=κυνηγός ζωντανών) να έρθει και να γεμίσει τη σκοτεινή και άγρια αυτή όψη του.

Ο Μουσαγέτης, με τον ερχομό του χειμώνα (φυσικού, ηθικού, πνευματικού) στη φύση, είτε στον άνθρωπο είτε σε κάποια μορφή πολιτισμού, κουρασμένος, μη μπορώντας να δώσει σφρίγος από μόνος του, εγκαταλείπει το ιερό του και επιστρέφει στη χώρα των Υπερβορείων απ’ όπου κατάγεται, εκεί όπου ο ήλιος δεν δύει και εκεί παραμένει και αναπαύεται.

Είναι ο καιρός του Διόνυσου να ξυπνήσει. Το μαντείο παύει να χρησμοδοτεί για τρεις μήνες και παραμένει κλειστό για τους επισκέπτες, που δύσκολα ούτως ή άλλως θα μπορούσαν να έρθουν, λόγω καιρικών συνθηκών. Όπως ο Παυσανίας γράφει:

Εν Δελφοίς, τον μεν άλλον ενιαυτόν παιάνι χρώνται περί τας θυσίας, αρχομένου δε χειμώνος, επεγείραντες του διθυράμβου, τον δε παιάνα καταπαύσαντες, τρεις μήνας αντ’εκείνου τούτον κατακαλούνται τον θεόν.

Απόλλωνας
Ο παιάνας του Φοίβου αντικαθίσταται απ’ τον διθύραμβο τού δύο φορές γεννημένου Διόνυσου, απ’ την Περσεφόνη, τη Σεμέλη και τον μηρό του Δία εν τέλει. Είναι ο δελφικός μήνας Δαδοφόριος (Νοέμβριος-Δεκέμβριος). Οι Θυιάδες (βάκχες ή μαινάδες) θ’ ανέβουν στον Παρνασσό να ξυπνήσουν τον Διόνυσο-Λικνίτη, αυτόν που κοιμάται μέσα στο λίκνο, το ίδιο αυτό σκεύος που βλέπουμε σε παραστάσεις γεμισμένο με φρούτα και στη μέση τον φαλλό, σύμβολο του Διονύσου, σύμβολο γονιμότητας. Την ίδια ώρα το ίδιο θα κάνουν μέσα στο άδυτο του ναού και εκεί όπου πιστεύεται ότι βρίσκονται θαμμένα τα κομμάτια του Διόνυσου, οι πέντε όσιοι ιερείς του μαντείου, τελώντας μυστική θυσία.

Μαζί με τις δελφικές Θυιάδες – που οφείλουν τ’ όνομά τους στη Θυία, κόρη του Κασταλίου, αυτόχθονα από τους Δελφούς και πρώτη ιέρεια εκεί του Διόνυσου, είτε στο ρήμα θύω: μανίζω - έρχεται να ενωθεί κι ένας θίασος ακόμη γυναικών από την Αθήνα, σε πομπή μέσα στη νύχτα κρατώντας λαμπάδες - νυκτοπολία (Διόνυσος Νυκτέλιος), απ’ όπου και το όνομα του μήνα Δαδοφόριου - και θύρσους, ξύλινες ράβδους με κώνο στην κορυφή στεμμένες με κισσούς ή φύλλα αμπέλου, όλα διονυσιακά σύμβολα, που μας παραπέμπουν στη ράβδο Djed του Όσιρι και στο κηρύκειο του Ερμή, τη σπονδυλική στήλη με τα δύο φίδια (Ίδα και Πιγκάλα – Δίας και Περσεφόνη) γύρω της τυλιγμένα, να καταλήγει στο κωνάριο ή επίφυση. Ξυπνά ο Διόνυσος ως Kουνταλίνι, διαρρέοντας τη σπονδυλική στήλη ως το κωνάριο, ξυπνά μέσα στην κούνια, στο λίκνο που φέρουν οι Θυιάδες, αν καταφέρουν και φτάσουν ορειβατώντας και δεν αποκλειστούν στα χιόνια και εκεί τους μεταδίδει τον ενθουσιασμό, την ένθεη μανία (Μαινάδες, Μαντική, Μάνας) και προφητεύουν όπως η Πυθία του Απόλλωνα σε κατάσταση έκστασης, με το κεφάλι ριγμένο προς τα πίσω, χορεύουν το μαιναδικό χορό και τραγουδούν τον διθύραμβο γύρω από το λίκνο, όπως οι Kουρήτες έκαναν γύρω από τον Ζαγρέα για να τον προφυλάξουν.

Τα παρνασσικά όργια συμπεριλάμβαναν τις τριετηρίδες και τις εννεαετηρίδες. Οι τριετηρίδες αφορούν τον Διόνυσο-Λικνίτη και σχετίζονται ίσως με τη διετή κάθοδο και παραμονή του Διόνυσου στο βασίλειο της Περσεφόνης και μάλλον αποτελούσαν προπαρασκευή των συμμετεχόντων στο εποχικό δράμα του θεού, στη βλαστική του όψη (αποτελούσε πιθανά ένα είδος φυλετικής μύησης για τις νεαρές Θυιάδες), το οποίο ετελείτο ετησίως, με τη συμβολική ρίψη στα νερά ενός ξύλινου ανθρώπινου ομοιώματος που παρίστανε τον χειμώνα, την περασμένη χρονιά, τον θάνατο και την ταυτόχρονη μεταφορά στην κοινότητα απ’ την εξοχή ενός άλλου, που παρίστανε την νέα χρονιά, την άνοιξη, τη ζωή. Ταυτόχρονα δύο θίασοι, ένας αρσενικός και ένας θηλυκός συναντιόνταν και τελούσαν τον "γάμο" των πρώτων τους, του "βασιλιά" ή πρώτου κούρου και της "βασίλισσας", οι οποίοι και θα αποτελούσαν το γονιμικό ζευγάρι της χρονιάς.

Οι εννεατηρίδες, έχοντας σαν υπόστρωμα τις προγενέστερες, ανά οκτώ έτη τελούμενες, της Χάριλας και της Ηρωίδας (θηλυκές τοπικές οντότητες), αφορούσαν την κάθοδο στον Άδη του Διονύσου, ο οποίος απελευθερώνει τη γήινη μητέρα του Σεμέλη, η οποία με την ανάστασή της ανεβαίνει με τον Διόνυσο στον Όλυμπο κι εκεί μετονομάζεται σε Θυώνη (εκ του ρήματος θύω). Έτσι η Σεμέλη (που σχετίζεται ίσως με την Σελήνη ή τη Γη: Θεμέλη-Θεμέλιο), ξαναγεννιέται σ’ έναν ανώτερο κόσμο και αποκτά καινούργιο όνομα.

Ο Διόνυσος ξαναγεννιέται και επαναφέρει τον κόσμο στην αρχή του, στην κατάσταση του χάους, όπου οι δυνάμεις της μετατροπής, ανανέωσης και βελτίωσης των πραγμάτων θα ελευθερωθούν και θ’ αντλήσουν νέα στοιχεία απ’ τις αόρατες δεξαμενές, η καθεστηκυία τάξη θα κλονιστεί, κάτι νέο θ’ αναδυθεί. Είναι αυτή η περίοδος της μαγνητικής παύσης του Απόλλωνα, η ευκαιρία για μια άλλη δράση, υπόγεια και αόρατη, όπως η ζύμωση του οίνου, που τόσο στενά συνδέεται με τον Διόνυσο, αυτή που θα φέρει τη νέα Άνοιξη στη φύση, στον άνθρωπο και στον κόσμο.

Τότε ο Απόλλων, καλεσμένος από τη δημιουργική δύναμη του αδελφού του, θα επιστρέψει πάνω στο χρυσό του άρμα, που το σέρνουν οι κύκνοι, από την χώρα των Υπερβορείων και, παίζοντας την επτάχορδη λύρα του, θα δώσει μορφή και θα εναρμονίσει αυτό που ο Ήρωας-Διόνυσος έφερε στο φως μετά την κατάδυσή του, εκπολιτίζοντας την προσφορά του κι ένας νέος κύκλος θ’ αρχίσει, με μια στροφή της σπείρας σε μια ανώτερη οκτάβα της κλίμακας.

Νέα Ακρόπολη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερες Αναρτήσεις Επόμενη σελίδα