04 Μαΐου, 2011

Εμπεδοκλής

Εμπεδοκλής
γράφει ο


Ένας από τους επιφανέστερους αντιπροσώπους της προσωκρατικής φιλοσοφίας.
Γεννήθηκε στον Ακράγαντα γύρω στο 495 π.Χ. και πέθανε το 435. Άκμασε σε περίοδο κατά την οποία η ελληνική σκέψη, όσο κι αν επενήργησαν πάνω της εξωτερικές επιδράσεις από την Αίγυπτο και την πιο μακρινή Ανατολή, εμφανίζει εκθαμβωτική λάμψη μέσα από την ακτινοβολία των προσωκρατικών διανοητών.

Τους απασχολούν τα μεγάλα, αιώνια, ακατάλυτα προβλήματα της γνώσης, χωρίς να τους απομακρύνουν από την πολυμερή φροντίδα της πρακτικής ζωής. Θαλής, Αναξίμανδρος, Ξενοφάνης, Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πυθαγόρας, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής και άλλοι υποδεέστεροι. Στοχαστές ταυτοχρόνως και πολιτικοί άνδρες, κυβερνήτες και προφήτες.

Ο Εμπεδοκλής εγγονός Ολυμπιονίκη, του ομωνύμου του, γιος του Μέτωνα πρωταγωνιστή στις πολιτικές διαμάχες του τόπου, που κατέλυσε την αριστοκρατική τυραννία συνεχίζει και συμπληρώνει το έργο των προγόνων του. Όταν η μερίδα των ολιγαρχικών φάνηκε να επανακτά την ισχύ της, επιτίθεται εναντίον της, κήρυκας και προστάτης των δικαιωμάτων του λαού. Επανιδρύει τη δημοκρατία. Λέγεται μάλιστα, ότι του προσέφεραν το βασιλικό στέμμα, αλλά το απέρριψε με περιφρόνηση. Με αυτή του τη χειρονομία θυμίζει μια ανάλογη χειρονομία του εφάμιλλου του στη φιλοσοφία Ηράκλειτου. Αλλά όπως ο Εφέσιος φιλόσοφος, έτσι και ο Εμπεδοκλής, δοκίμασε την αστάθεια των φρονημάτων του όχλου. Χάνει τη δημοτικότητα του, εκπατρίζεται και καταφεύγει στην Πελοπόννησο. Εκεί χάνονται τα ίχνη του. Στον Ακράγαντα δεν επέστρεψε ποτέ. Φαίνεται ότι πέθανε εκεί, στην Πελοπόννησο. Δεν διασώζεται καμία ακριβής μαρτυρία για το τέλος της ζωής του, για το οποίο κυκλοφόρησαν ποικίλες μυθικές διαδόσεις.

Είπαν ότι έπεσε από το άρμα και σκοτώθηκε, ότι εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου όπου είχε καλέσει τους φίλους του, μετά από τη θυσία που πρόσφερε στους θεούς, ότι αποθεώθηκε ανεβαίνοντας στον Όλυμπο, ότι κρεμάστηκε για ν' αυτοκτονήσει, ότι από γεροντική αδυναμία γλίστρησε στη θάλασσα και πνίγηκε. Αλλά ο θρύλος που εντονότερα κυρίευσε τη φαντασία αρχαίων και νεοτέρων ήταν ότι πήδησε στον κρατήρα της Αίτνας, εξαϋλωμένος και καθαρμένος από τη φωτιά. Ως απόδειξη της αυτοθυσίας του εκβράστηκε από το ηφαίστειο το υπόδημα του.

Όλα επινοήσεις και παραδόσεις ευφάνταστων πανηγυριστών και στενοκέφαλων χλευαστών της πολύτροπης πανσοφίας του Εμπεδοκλή, που γοητεύει τους ανθρώπους. Διότι εμφανιζόταν παντού και ασκούσε την περίφημη χάρη του, δραστήριος πολιτικός, τολμηρός φιλόσοφος, χρυσόστομος ρήτορας, μεγαλεπήβολος μηχανικός, πανεπιστήμων ερευνητής, γιατρός, θεόσοφος, μουσικός, θαυματοποιός, μάγος, κύριος όλων των ειδών του λόγου, ευρετής της ρητορικής, όπως τον αποκαλεί ο Αριστοτέλης, ραψωδός, υμνωδός, όπως ο ίδιος αποκαλεί τους ποιητές, ιερέας, προφήτης.

Σύμφωνα με τις δοξασίες του περί μετενσάρκωσης, ήταν κι ο ίδιος, όπως δηλώνει, δαίμονας που έπεσε σε βαρύ αμάρτημα, ξέπεσε από τη θεϊκή φύση του και πέρασε διαδοχικά από σώμα ζώου, φυτού και ανθρώπου, περιπλανώμενος στο σύμπαν, θυμίζοντας παραδόξως τον στίχο του Λαμερτίνου, "άνθρωπος, θεός ξεπεσμένος που τους ουρανούς θυμάται", προορισμένος όμως αργά ή γρήγορα, να ξαναπάρει την αρχική του φύση, όπως κάπου ένας απ' τους ποιητές της εποχής μας μας μεταφέρει τον φλογερό λογισμό του με τον στίχο: "Χαίρετε, ζω μ' εσάς θεός, άνθρωπος πια δεν είμαι!".

Αναμφίβολα, κύρια φιλοδοξία του Εμπεδοκλή δεν ήταν η αναγνώριση της φιλολογικής, θα λέγαμε, ευφυΐας του, όσο η παραδοχή από τους ανθρώπους, ως πραγματικής αποστολής του της προφητικής και ιερατικής, της μυστηριακής, με μια λέξη, δράσης του, σύμφωνα με το παράδειγμα του Πυθαγόρα, του Επιμενίδη και άλλων αποστόλων πριν από αυτόν, αν ίσως δεν αποτελούν απλώς ρητορικά σχήματα και ποιητικούς πόθους όσα φαίνεται να παραδίδει για τον εαυτό του στα σωζόμενα αποσπάσματα των έργων του. Τονίζει ότι κατευνάζει και διεγείρει τους ανέμους, γι' αυτό και οι σύγχρονοι του τον αποκαλούσαν, προφανώς σκωπτικά, "κωλυσανέμαν" και "άλεξανέμαν", ότι θεραπεύει τις αρρώστιες και τα γηρατειά, ότι επαναφέρει νεκρούς στη ζωή, ότι τον τιμούν όλοι σαν θεό και κάθε φορά που μπαίνει στις πόλεις, στολισμένος με κορδέλες και άνθη, οι άνθρωποι τον περιστοιχίζουν και ζητούν τη βοήθεια του, του φέρνουν ασθενείς να τους θεραπεύσει και τον παρακαλούν για προφητείες.

Φαίνεται ότι η ζωή του ήταν πολύ σεμνή και ταυτόχρονα μεγαλοπρεπής, ότι του απονέμονταν ύψιστες τιμές και κυκλοφορούσαν διαδόσεις για εξαίρετες πράξεις του και θαύματα. Αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο τον κατηγορούσαν για κομπορρημοσύνη και τον στιγμάτισαν ως αγύρτη κάποιοι που, αδυνατώντας να κατανοήσουν τις απαράμιλλες εκδηλώσεις υψηλών και θεόπνευστων πνευμάτων, δεν βρίσκουν προχειρότερο όνομα να τα χαρακτηρίσουν από εκείνα του αγύρτη. Το άριστο κριτήριο της αξίας του Εμπεδοκλή είναι τα έργα του, όπως τα έβλεπαν και τα εκτιμούσαν οι εφάμιλλοι του, ισάξιοι και υπέροχοι φιλόσοφοι και ποιητές των παλαιών και — ίσως περισσότερο — των νεότερων χρόνων. Είναι τα έργα του, όπως μπορούμε να κρίνουμε και από άμεση αντίληψη από τα σωζόμενα αποσπάσματα των περίπου 350 στίχων του, αποσπάσματα λίγα αλλά οπωσδήποτε αρκετά, σε σύγκριση με τα ελάχιστα σωζόμενα σπαράγματα των άλλων προσωκρατικών.

Δύο είναι τα κύρια έργα του, δύο φιλοσοφικά ποιήματα, το "Περί φύσεως των όντων" και οι "Καθαρμοί", που εκτείνονται και τα δύο μαζί σε πέντε χιλιάδες στίχους. Κάποια ρητορικά και ιατρικά βιβλία, που φέρονται με το όνομά του, δεν θεωρούνται γνήσια, ενώ ένας ικανός αριθμός τραγωδιών, που αποδίδονται στον Εμπεδοκλή, πιστεύεται ότι γράφτηκαν από τον ομώνυμο εγγονό του.

Ο Εμπεδοκλής είναι ο τρίτος και τελευταίος φιλόσοφος μετά τον Ξενοφάνη και τον Παρμενίδη, που έγραψε τη φιλοσοφία του σε στίχους. Ο λόγος του Ηράκλειτου ως γνωστόν, παρά την πινδαρική πυκνότητα και έξαρση, είναι πεζός. Η φιλοσοφία εμφανίστηκε ευθύς εξαρχής στην Ελλάδα για να ανατρέψει τις μυθικές και μαγικές δοξασίες και συνήθειες, μέσα στις οποίες ενηλικιώθηκε ο άνθρωπος υπό το κράτος της ποίησης, η οποία ήταν, όπως την είπε ο ιστορικός, "το άνθος της ζωής και της ύπαρξης του έθνους". Η φιλοσοφία ήρθε να πολεμήσει τις ιδέες του πλήθους για τον θεό και τον κόσμο και να κλονίσει την πίστη του στους ηθικούς νόμους. Γι' αυτό, εύλογα χρησιμοποίησε στην αρχή τον πεζό λόγο. Αργότερα όμως μεταχειρίστηκε τον ποιητικό λόγο και η φιλοσοφία, σαν να ήθελε, επενδύοντας με την ανθηρή χάρη της ποίησης το σοβαρό της περιεχόμενο, να συγκινήσει ακόμα περισσότερο τις ψυχές.

Περίεργο κράμα των δύο αυτών αντιλεγόμενων αντιλήψεων της αλήθειας, αποτελεί το έργο του Εμπεδοκλή. Σε αυτό, η φιλοσοφία καταπνίγει την ποίηση, έτσι ώστε ο Αριστοτέλης στην "Ποιητική" του να αποφαίνεται κατηγορηματικά ότι ο Εμπεδοκλής δεν έχει κανένα άλλο κοινό με τον Όμηρο εκτός από το μέτρο, ότι είναι σωστό να ονομάζεται μάλλον φυσιολόγος παρά ποιητής και αλλού πάλι να τον αποκαλεί "όμηριχώτατον".

Οι φυσικές θεωρίες του ποιητή-φιλοσόφου, που θυμίζουν τον νόμο της επιλογής και της επικράτησης των καλύτερων ειδών, συντέλεσαν να ονομαστεί ο Εμπεδοκλής πρόδρομος του Δαρβίνου και του Γκέτε. Η σύγκριση ιδίως με τον Γκέτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προσιδιάζει πολύ περισσότερο σε κάποιον που κατόρθωσε να συνδυάσει την εξελικτική και μηχανική εξήγηση για τον κόσμο που θα έδινε ο νηφάλιος επιστήμονας, με τη μεθυστική φαντασίωση του καλλιτέχνη.

Ο Εμπεδοκλής είναι μιμητής λένε, του προγενέστερού του Παρμενίδη, όπως ο Ρωμαίος Λουκρήτιος είναι μιμητής του Εμπεδοκλή. Φτάνει να εννοήσουμε τη μίμηση όχι με την αστόχαστη σημασία του όρου, με την οποία συνηθίζουμε να τον μεταχειριζόμαστε, αλλά με την ακριβή της έννοια, ως απόρροια πνευματικής συγγένειας. Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης θεωρούν, σύμφωνα με κάποιους, μετριότερη τη φιλοσοφική του αξία. Αλλά νομίζουμε ότι δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητήσει κάποιος ότι ο δεύτερος του αποδίδει ιδιάζουσα προσοχή και ότι τα ίχνη του διαφαίνονται σε πολλά σημεία των διαλόγων του πρώτου, στον Τίμαιο, στο Συμπόσιο, στον λόγο της Διοτίμας και στον Σοφιστή. Άντρες που ανήκουν σε αντίθετες φιλοσοφικές σχολές, όπως οι Νεοπλατωνικοί και οι Ατομικοί, μνημονεύουν το όνομα του με πολύ μεγάλο σεβασμό. Αλλά φλογερός υμνητής του είναι ο Λουκρήτιος.

Σε 17 ξέφρενους στίχους της φιλοσοφικής εποποιίας του "Περί φύσεως", όπου εξαίρεται το θαύμα, κατ' αυτόν, της πλατιάς γης και της πολυάνθρωπης χώρας της Σικελίας, ο Εμπεδοκλής υμνολογείται ως το θαύμα αυτού του θαύματος, καταπληκτικός, σεπτός, πολυτίμητος, δαιμόνιος. "Αναντίρρητα", προσθέτει ο John Burnet, "ο Εμπεδοκλής ήταν γνήσιος ποιητής, περισσότερο ποιητής από τον Παρμενίδη. Κανείς τώρα δεν αμφιβάλλει για την ποιητική αξία του Λουκρήτιου· κι ο Εμπεδοκλής πανόμοιος είναι μ' εκείνον".

Ποια είναι όμως η ουσία της διδασκαλίας του Εμπεδοκλή στα φιλοσοφικά του ποιήματα;

Ο Ηράκλειτος διδάσκει ότι τα πάντα ρέουν. Μια μόνιμη και σταθερή ουσία, ανύπαρκτη. Ο Παρμενίδης αντίθετα, δεν γνωρίζει τίποτα για γένεση και φθορά, κίνηση και μεταβολή. Αυτά είναι δοξασίες. Η αλήθεια είναι μία - το Είναι, απαρασάλευτο. Ο Εμπεδοκλής, καθώς βρίσκει ότι σοφοί είναι αυτοί που σε ένα οποιοδήποτε μέρος του σώματος τους έχουν μέση ιδιοσυγκρασία, έτσι βρίσκει και την αλήθεια στη μέση οδό. Συγκεκριμένα, γένεση και φθορά δεν υπάρχει, αλλά παράλληλα και καθένα από τα όντα, γεννιέται, φθείρεται, μεταβάλλεται και γενικά οι καταστάσεις στο σύμπαν εναλλάσσονται αδιάκοπα. Ως προς την ποιότητα, δέχεται διάφορες στοιχειώδεις ουσίες, αγέννητες, άφθαρτες, αμετάβλητες, "ριζώματα πάντων", όπως τις αποκαλεί.

Είναι τέσσερα: πυρ, αιθέρας, νερό και γη, με τα μυθολογικά ονόματα με τα οποία τα αναφέρει. Ό,τι καλούμε γέννηση των όντων είναι η ένωση των στοιχείων, ό,τι φθορά ο χωρισμός τους. Από κάθε σώμα εκπέμπονται απορροές, που εισέρχονται στους πόρους του άλλου. Όπου υπάρχει συμμετρία απορροών και πόρων, εκεί γίνεται έλξη, όπως με τον μαγνήτη και τον σίδηρο. Αλλά ποια είναι η δύναμη που ενώνει και χωρίζει; Δύο είναι οι κινητήριες δυνάμεις: η μία που ενώνει, η φιλότης, η στοργή, η αρμονία· η άλλη που χωρίζει, το νείκος, η διχόνοια, το μίσος. Οι δυνάμεις αυτές παριστάνονται ως ανάμεικτα στοιχεία και προσωποποιούνται μαζί ως μυθολογικές υποστάσεις. Εξίσου ανώλεθρες, πρώτες και ισχυρές, δεν βρίσκονται πάντοτε σε ισορροπία· κάποτε η μία υπερέχει της άλλης. Η φιλότης ενοποιεί τον κόσμο· ενώ το νείκος μετατρέπει την ενότητα σε πολλαπλότητα. Το τέρμα είναι αφ' ενός η τέλεια ένωση και αφ' ετέρου ο τέλειος χωρισμός, μέχρις ότου μετατραπεί η κατάσταση με μια νέα κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Η ζωή του κόσμου είναι κυκλική, σε μιαν ατελεύτητη επανάληψη. Και διαγράφεται ως εξής. Επικρατεί:

  1. η παντελής ένωση
  2. η μετάβαση των στοιχείων στον χωρισμό
  3. ο παντελής χωρισμός των στοιχείων
  4. η επάνοδος στην ενότητά τους

Μόνο κατά τη 2η και 4η από τις παραπάνω περιόδους είναι δυνατή ό,τι κυρίως ονομάζεται φυσική ζωή, δηλαδή η διακεκριμένη ύπαρξη σύνθετων όντων, ο σημερινός κόσμος. Την κοσμογονική αρχή από την ανάμειξη όλων των στοιχείων, ο Εμπεδοκλής την ονόμασε Σφαϊρον. Σε αυτόν δεν υπάρχει κίνηση αλλά κάποια μακάρια ευδαιμονία, που απέχει ελάχιστα από την ινδική νιρβάνα, λόγω της απόλυτης ηρεμίας που επικρατεί μέσα της και της πλήρους απουσίας του νείκους, αν το νείκος, εισχωρώντας βαθμηδόν και λίγο λίγο, δεν χώριζε τα στοιχεία του Σφαίρου, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως το ηγεμονικόν πυρ των Στωικών ή ως ο νοητός κόσμος του Πλάτωνα.

Ο φιλόσοφος, με λυρική έξαρση και πλήθος υψηλών νοημάτων, όπου αυτό είναι δυνατόν, ξεδιπλώνει το κοσμογονικό και κοσμολογικό του σύστημα, περιγράφει με ποιο τρόπο γεννήθηκε ο ουρανός, πώς σχηματίστηκε η γη, πώς αναπτύχθηκαν τα μετεωρολογικά φαινόμενα, ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες, ο ήλιος υελώδες σώμα, η θάλασσα εξίδρωση της γης από τη θερμότητα του ήλιου, πώς εμφανίστηκαν τα φυτά και τα ζώα και τα δύο είδη με ψυχή ανάλογη με εκείνη του ανθρώπου, πώς τα ζώα διαρθρώθηκαν αρμονικά από κάθε είδους τερατωδών μορφωμάτων, πώς γεννήθηκαν από τη γη οι άνθρωποι, κατ' αρχάς άμορφοι όγκοι από νερό και γη, έπειτα Κένταυροι, Χίμαιρες, Ερμαφρόδιτοι, Σφίγγες, Τραγέλαφοι, μέχρις ότου ενανθρωπίστηκαν.

Το λογικό είναι ιδιότητα των στοιχείων, γι' αυτό μετέχουν όλα τα όντα, "πάντα γαρ ΐσθι φρόνησιν εχειν και νοήματος αϊσαν".

Ύψιστο χάρισμα των σοφών είναι η ευτολμία, "θάρσει και τότε δή σοφίτης επ άκροισι θοάσσεις".

Όργανο της νόησης είναι το αίμα. Όσο κανονικότερη και δικαιότερη είναι η ανάμειξη των στοιχείων, τόσο αρτιότερη είναι η φρόνηση. Οι θρησκευτικές δοξασίες του Εμπεδοκλή έρχονται σε αντίφαση με τις αντιλήψεις του περί φύσης. Οι προαιώνιοι δαίμονες, επίορκοι ή ούτως ή άλλως άδικοι, καταδικάζονται σε ελεεινή περιπλάνηση από σώμα σε σώμα, παίρνοντας όλων των ειδών τις θνητές μορφές, από το βασίλειο της ζωής στο βασίλειο του θανάτου.

Ακόμα και ο ίδιος ο Εμπεδοκλής, "φυγάς θεόθεν και αλήτης", εκτινάχτηκε στο "ΰπόστεγον άντρον", όπως αποκαλεί την επίγεια κοιλάδα του κλαυθμού, μέχρις ότου φτάσει και γι' αυτόν το πλήρωμα του χρόνου και επανακάμψει στην προηγούμενη μακαριότητα. Άριστο επεισόδιο αυτής της ζοφερής αποκάλυψης αποτελεί η περιγραφή του "χρυσού αιώνα", για τον οποίο επιφυλάσσει τα φωτεινότερα χρώματα. Όλα ζούνε σε αυτόν ήμερα και τιθασευμένα, σε φιλική κοινωνία, ζώα, άνθρωποι, φυτά και βασίλισσα τους είναι η Αφροδίτη. Κυρίως στις ιδέες για το θείον, καθίσταται φανερό το απολύτως εξαϋλωμένο δόγμα του Ξενοφάνη περί θεού.

Διάφορες γνώμες επικρατούν για τη σχέση των φιλοσοφημάτων του Ακραγαντίνου με τα αρχαιότερα συστήματα, αλλά οι περισσότεροι συμφωνούν για την ανάμειξη σε εκείνα πυθαγόρειων, ορφικών και ιδίως ελεατικών και ιωνικών στοιχείων και σε πολλά σημεία υπολανθάνουν ως δάσκαλοι του ο Παρμενίδης και ο Ηράκλειτος και ο Πυθαγόρας και ο Ξενοφάνης, όπως συμβαίνει και με τους πιο διακεκριμένους δημιουργούς.

Μελετώντας, συνάγουμε ότι στις ιδέες δεν υπάρχει παρθενογένεση και πως καθετί πρωτότυπο δεν είναι παρά επιτυχημένη σύνθεση από μιμήσεις. Και η σύνθεση αυτή δεν εμποδίζει έναν από τους πιο φωτισμένους μελετητές της προσωκρατικής αγίας τριάδας να αποφαίνεται, σχετικά με τη φιλοσοφία του Εμπεδοκλή, ότι συνενώνει τη βαθιά και ζοφερή ποίηση του ενιαίου με την περίλαμπρη και ποικιλότροπη ποίηση του πολλαπλού, υποβάλλοντας την έκσταση και τη μελαγχολία ταυτόχρονα. Μεταξύ του σκότους της νύχτας και της γοργής εκθαμβωτικής αστραπής, η σκέψη του Εμπεδοκλή λάμπει σαν το φως της ημέρας.

Ο θεός του Παρμενίδη είναι αποξηραμένος κορμός· ο κόσμος του Ηράκλειτου είναι μια δέσμη από άνθη που μαραίνονται γρήγορα. Το έργο του Εμπεδοκλή είναι το θαλερό βαθύρριζο φυτό. Ο Τίμαιος στο ένατο βιβλίο του, παραδίδει ότι ο Εμπεδοκλής υπήρξε μαθητής του Πυθαγόρα, προσθέτοντας ότι, αφότου καταδικάστηκε για λογοκλοπή (όπως και ο Πλάτων), του απαγόρευσαν να παρακολουθεί τη διδασκαλία.
Ο Νεάνθης μαρτυρεί ότι μέχρι την εποχή του Φιλολάου και του Εμπεδοκλή, παρακολουθούσε όλος ο Πυθαγορικός κύκλος τη διδασκαλία. Επειδή όμως ο Εμπεδοκλής τη δημοσιοποίησε με τα ποιήματα του, έβγαλαν νόμο να μη συμμετέχει κανείς ποιητής (το ίδιο λέει ότι συνέβη και με τον Πλάτωνα, κι αυτός δηλαδή αποκλείστηκε). Ποιον όμως από αυτούς είχε δάσκαλο ο Εμπεδοκλής δεν το είπε. Η επιστολή, που αποδίδεται στον Τηλαύγη, τον γιό του Πυθαγόρα και στην οποία αναφέρονται ως δάσκαλοι του ο Ίππασος και ο Βροτίνος, δεν θεωρείται αξιόπιστη.

Ο Αλκιδάμας στον Φυσικό του, λέει ότι ο Ζήνων και ο Εμπεδοκλής ήταν μαθητές του Παρμενίδη την ίδια περίοδο. Κατόπιν αποχώρησαν και ο Ζήνων ασχολήθηκε μόνος του με τη φιλοσοφία, ενώ ο Εμπεδοκλής μαθήτευσε κοντά στον Αναξαγόρα και τον Πυθαγόρα: τον έναν τον μιμήθηκε στη σεμνότητα στον τρόπο ζωής και στη συμπεριφορά και τον άλλο στη φιλοσοφία του για τη φύση.

Ο Αριστοτέλης στον Σοφιστή, λέει ότι ο Εμπεδοκλής υπήρξε ο πρώτος που επινόησε τη ρητορική, ενώ ο Ζήνων τη διαλεκτική. Γενικά αναφέρει πως έγραψε και τραγωδίες και πολιτικούς λόγους.
Ο Ηρακλείδης ωστόσο, ο γιος του Σαραπίωνα, υποστηρίζει πως οι τραγωδίες γράφτηκαν από άλλον.
Ο Ιερώνυμος λέει ότι είδε σαράντα τρεις τραγωδίες του, ενώ ο Νεάνθης παραδίδει ότι τις είχε γράψει στα νιάτα του κι ότι αυτός βρήκε τις επτά από αυτές.

Ο Σάτυρος στους Βίους του λέει ότι ο Εμπεδοκλής ήταν και γιατρός και δεινός ρήτορας και ότι ο Γοργίας ο Λεοντίνος, που διέπρεψε στη ρητορική και άφησε ένα έργο για την τέχνη αυτή, ήταν μαθητής του.
Ο Σάτυρος πάλι λέει πως, ο Γοργίας ήταν παρών όταν ο Εμπεδοκλής έκανε μαγικά. Αυτό, όπως και πολλά άλλα, το επιβεβαιώνει κι ο ίδιος ο Εμπεδοκλής με τα ποιήματα του, όπου λέει: "(Θα μάθεις για όσα) φάρμακα ... άντρα".

Ο Αριστοτέλης λέει πως ο Εμπεδοκλής ήταν ελευθερόφρων και υπεράνω κάθε φιλοδοξίας για εξουσία, αφού απέρριψε το βασιλικό αξίωμα, όταν του το πρότειναν (όπως βεβαιώνει και ο Ξάνθος στο έργο που έγραψε γι' αυτόν), προφανώς επειδή προτιμούσε την απλή ζωή. Τα ίδια έχει αναφέρει και ο Τίμαιος.


forum: Εσώτερος Κύκλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερες Αναρτήσεις Επόμενη σελίδα